Το Τεφτέρι της Ανάγκης
Ήταν χρόνια δύσκολα, φτωχικά . Τα σπίτια των προσφύγων, χτισμένα με ιδρώτα και πείσμα, κρατούσαν ζωντανή την ελπίδα όσο έλειπαν τα υπόλοιπα. Τα χρήματα μετρημένα, οι ανάγκες πολλές. Το στάρι όμως δεν έλειπε. Από αυτό έβγαινε το αλεύρι κι από το αλεύρι, το ψωμί. Εκείνο το σκληρό, το τραγανό στις άκρες και ζυμωμένο με κόπο. Ήταν χρόνια φτωχικά. Χρόνια που οι μέρες κυλούσαν με κόπο και οι νύχτες μετρώντας τις ανάγκες. Οι μανάδες μας ζύμωναν ψωμί με το στάρι που κατάφερναν να σώσουν από τη σοδειά. Μακάριζαν τον Θεό που είχαν τουλάχιστον το αλεύρι για να φτιάξουν τα λαβάσια και τα μακαρόνια. Έφτιαχναν και λαβάσια και μακαρόνια , ό,τι μπορούσαν με ό,τι είχαν.
Μα για να κινήσεις το νοικοκυριό δεν έφταναν μονάχα αυτά. Ήθελε και σαπούνι να πλυθεί το παιδί, λάδι να τσιγαριστεί το κρεμμύδι, ελιές να νοστιμίσει το τραπέζι. Χρειαζόταν και λίγη κονσέρβα, λίγο ξύδι, κάτι που δεν έβγαινε από τη γη αλλά από το ράφι του μπακάλη.Αυτά τα ‘βρισκες στο μπακάλικο. Στον κυρ-Παναγιώτη .
Ο μπακάλης του χωριού, άνθρωπος κι αυτός της βιοπάλης, είχε τα ράφια του γεμάτα. Κι όταν οι μανάδες μας μάς έστελναν με το μπουκαλάκι στο χέρι, κοντοστεκόμασταν. Θέλαμε να πάρουμε απ’ όλα ,από τα σοκολατάκια μέχρι τις σαρδέλες σε λάδι. Μα τα λεφτά δεν έφταναν. Μονάχα για τα εντελώς απαραίτητα. Και κάποτε, ούτε για αυτά.
Τότε ο μπακάλης έβγαζε το τεφτεράκι. Ένα τετράδιο παλιό, με εξώφυλλο γυαλιστερό και φύλλα γραμμένα με καλλιγραφικά γράμματα, όπως τα ‘χε μάθει στο δημοτικό πριν τον διώξει κι εκείνον η φτώχεια. Εκεί έγραφε τα χρέη, με επιμέλεια, δίχως λάθος, δίχως κακία.
“Γέμισε το μπουκάλι με λάδι”, του λέγανε. Κι εκείνος συμφωνούσε . Δεν χρειαζόταν περισσότερα. Ήξερε. Το έγραφε.
Το λέγανε “βερεσέ”, από την τουρκική λέξη. Ήταν μια συμφωνία σιωπηλή, μια εμπιστοσύνη χωρίς υπογραφή.
Κι όταν ερχόταν ο καιρός της πληρωμής ,από τα στάρια, τα γάλατα, τα μαλλιά των προβάτων, ή αν πουλούσαν κανένα ζωντανό, το πρώτο μέλημα ήταν να ξοφληθούν «τα χρέητα». Έτσι τα έλεγαν. Με εκείνη την ανάσα του μόχθου που κουβαλούσε μέσα της ντροπή αλλά και τιμή.
Μ’ αυτόν τον τρόπο ζούσαν όλοι. Με δυσκολία, ναι. Μα και με αλληλεγγύη. Σε μια κοινότητα όπου ο πόνος ήταν κοινός, κι η χαρά, όταν ερχόταν, μοιραζόταν σαν ψωμί ζεστό.
Ο μικρός Γιωργάκης έμπαινε στο μαγαζί κρατώντας ένα παλιό μπουκάλι. Κοίταζε με λαχτάρα τα ράφια γεμάτα καλούδια. Ζάχαρη σε χάρτινα σακιά, κονσέρβες σαρδέλες, σαπούνια μυρωδάτα, καραμέλες τυλιγμένες σε χρυσά χαρτάκια.
Ο κυρ- Παναγιώτης, σκυφτός πίσω από τον πάγκο, χαμογέλασε μόλις τον είδε.
– Ήρθες Γιωργάκη ; Τί θες σήμερα;
– Η μάνα μου είπε να μου γεμίσεις το μπουκάλι με λάδι. Και… άμα περισσέψει, να βάλεις και λίγο ξύδι.
Ο μπακάλης κοίταξε το παιδί, ύστερα το μπουκάλι. Ήξερε. Δεν περίμενε χρήματα.
– Να το γράψω; ρώτησε χαμηλόφωνα.
– Να το γράψεις, είπε το παιδί, και τα μάτια του έπεσαν στο τεφτέρι.
Ο κυρ- Παναγιώτης άνοιξε το παλιό βιβλιαράκι. Γραμμένο με μελάνι, με γράμματα λες κι ήταν από καλλιγραφία.
– 1 μπουκάλι λάδι, 1 φιάλη ξύδι». Έτοιμο.
– Ευχαριστώ, κυρ – Παναγιώτη .
– Να πας στο καλό, αγόρι μου. Και πες της μάνας σου να μη στεναχωριέται. Όταν πουλήσετε το γάλα ή τα μαλλιά, ξοφλάτε.
Ο μικρός έφυγε τρέχοντας, κρατώντας το μπουκάλι σφιχτά. Ο κυρ-Παναγιώτης έμεινε λίγο σιωπηλός, μετά πήγε στον πάγκο και άρχισε να τακτοποιεί τις σακούλες με τις φακές.
– Όλοι μια οικογένεια είμαστε, μουρμούρισε. Αν δεν βαστηχτούμε μεταξύ μας, χαθήκαμε…
Κι έτσι προχωρούσε η ζωή στο χωριό. Με δανεικά λόγια και άγραφες υποσχέσεις, με το «βερεσέ» να γεφυρώνει τις ανάγκες και την αξιοπρέπεια. Με ένα τεφτέρι που κρατούσε μέσα του ιστορίες, ιδρώτα και μια αθόρυβη αλληλεγγύη που δεν ζητούσε αντάλλαγμα.