Το Χώμα που Ξέχασε να Συγχωρεί 

Το Χώμα που Ξέχασε να Συγχωρεί 

Το χωριό είχε προλάβει να ανθίσει μέσα στην πληγή του. Άνθρωποι από το Ολέγκ , το Τσαμούρ , το Χάσκιοϊ , το Ταντουρλούχ, το Σουπατάν , το Ζιάκ ,το Κιοσελάρ , τον  Αγιάννη ,  την Τσάλκα ,  έστησαν πρόχειρα σπίτια με ξυλεία, λάσπη και ψίθυρους. Το χώμα ξένο, μα το κάνανε δικό τους. Οι πρώτες δεκαετίες κύλησαν με μόχθο και σιωπή. Όσοι είχαν δει τη φωτιά της Ανατολής, δεν ήθελαν να την ξαναδούν στα μάτια των παιδιών τους. Ήλπιζαν πως όλα αυτά είχαν τελειώσει. 

Λένε πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται , αλλά δεν επιστρέφει ποτέ ακριβώς η ίδια .Τα παλιά δεν χάνονται. Ξαναέρχονται τα ίδια ,όχι ακριβώς όπως πριν , μα παρόμοια σε άλλον καιρό και με άλλο πρόσωπο.   Κι όταν ξανάρχεται η φωτιά, έρχεται ντυμένη αλλιώς. Με λόγια μεγάλα, με ιδέες που δεν χωρούν σε φτωχά καλύβια, με ονόματα που διαλέγουν στρατόπεδο και όχι συγγένεια. Και τώρα, με  τον Εμφύλιο , τα ξαναείδαν όλα εκείνα , τον φόβο ,το μίσος ,τη φωτιά ,όχι στην πατρίδα που άφησαν πίσω ,αλλά εδώ ,στην καινούργια . Στα ίδια τους τα παιδιά . 

Το χωριό έπεσε σε σιωπή. Όχι από σεβασμό , από φόβο. 

Το χωριό είχε πια αλλάξει. Δεν χαιρετούσε. Δεν ξυπνούσε με κοκόρια ,  ξυπνούσε με ψίθυρους. Ένα πρωί, κάποιος πούλησε το σπίτι του κι έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. Τον ακολούθησαν κι άλλοι. Και έτσι άρχισε η σιωπηλή έξοδος των «άλλων». Αυτών που είχαν μάθει να κρατάνε το στόμα κλειστό και την ψυχή σφιγμένη. 

Όταν χρόνια μετά γύρισε ο Βασίλης , βρήκε τη μάντρα μισογκρεμισμένη και την αυλή άδεια. Οι φωνές δεν υπήρχαν πια. Οι φωνές υπήρχαν μόνο στη μνήμη των χωριανών του . Κι εκείνος κάθισε σε μια πέτρα και μονολόγησε: 

«Ήρθαμε πρόσφυγες. Ενωθήκαμε μέσα στον πόνο. Και χαθήκαμε μέσα στη ζήλια και στον φόβο. Το χώμα που μας έθρεψε, δεν συγχώρεσε». 

Και το βράδυ, ο αέρας φύσηξε πάνω απ’ τα σπίτια που είχαν χτιστεί με δάκρυα και αίμα. Μα τώρα, έμοιαζαν σιωπηλά, σαν να ήθελαν να ξεχάσουν το παρελθόν. Μα το χώμα … αυτό δεν ξεχνάει. 

Είναι αλήθεια, πως για τον Εμφύλιο στο Μαυρονέρι δεν μιλάει κανείς. Ο φόβος σιωπής ρίζωσε βαθιά, όπως ριζώνει η ντροπή, η απώλεια, η πληγή που δεν επουλώθηκε ποτέ. Κι εγώ ξεκίνησα να γράφω με φόβο. Να καταγράψω ψιθυριστά όσα μου εμπιστεύτηκαν. Μα σιγά σιγά ο φόβος έγινε τόλμη. Γιατί κάποιος έπρεπε να τα πει. Γιατί αυτά δεν πρέπει να ξεχαστούν. 

Γράφοντας για την εγκατάσταση από τις μακρινές πατρίδες, για τα ήθη, τα έθιμα, τη σύμπνοια και την αλληλοϋποστήριξη, ένιωθα πως κάνω ένα άλμα, μια απότομη τομή, όταν πλησίαζα τα χρόνια του Εμφυλίου. Μα δεν έπρεπε να φοβηθώ. Γιατί η σπείρα της Ιστορίας γυρνά και ξαναφέρνει παλιά βάσανα σε νέα πρόσωπα. Κι όσο δεν μιλάμε, τόσο βαθαίνουν οι πληγές. 

Αυτό είναι το δικό μου “δεν ξεχνώ”. Για όσους χάθηκαν. Για τις μάνες και τις γυναίκες που πρώτα έχασαν τους ανθρώπους τους κι ύστερα λοιδορήθηκαν. Για τα παιδιά που μεγάλωσαν με τη σιωπή και το στίγμα, κουβαλώντας μέσα τους μια απώλεια που ποτέ δεν μπόρεσαν να πουν με λόγια. Γι’ αυτούς γράφω. Και συνεχίζω. Με τόλμη. 

Για τον Εμφύλιο στο Μαυρονέρι δεν μιλούσε κανείς. Όχι από λησμονιά, μα από φόβο. Ο φόβος έπλεξε σιωπή στα στόματα και δάκρυ στα βλέμματα. Και κάπως έτσι μεγάλωσα κι εγώ , με λέξεις μισές, με ιστορίες κομμένες στη μέση. Κι όταν ξεκίνησα να γράφω, ο ίδιος φόβος καθόταν στον ώμο μου. Μα όσο μου εμπιστεύονταν τα παλιά, όσο άνοιγαν ψυχές γεμάτες πληγές και σιωπές, τόσο ένιωθα πως δεν έχω πια δικαίωμα να σωπάσω. 

Γύρισα πίσω στις ρίζες, στις μακρινές πατρίδες, στους δρόμους της εγκατάστασης, στα ήθη, στα έθιμα, στη σύμπνοια που ’χτιζε χωριά από την αρχή. Κι ύστερα, αναπόφευκτα, έφτασα στα σκοτεινά χρόνια. Στάθηκα μπροστά στον Εμφύλιο όπως μπροστά σε θύρα σφαλιστή ,  φοβισμένη. Μα η Ιστορία δεν κάνει κύκλους, κάνει σπείρες. Ξαναφέρνει το παλιό με νέο πρόσωπο. Κι όσο σωπαίνουμε, τόσο δυναμώνει. 

Έγραψα, λοιπόν. Για τις μανάδες και τις γυναίκες που μαυροφορέθηκαν κι έπειτα λιθοβολήθηκαν με λόγια. Για τα παιδιά που έμειναν πίσω, με την απώλεια και το στίγμα, σιωπηλοί φορείς μιας Ιστορίας που δεν τόλμησαν να πουν. Έγραψα για εκείνους που χάθηκαν και για όσους έμειναν πίσω χωρίς να ξέρουν αν επιτρέπεται να τους θυμούνται. 

Κι αν ξεκίνησα με φόβο, συνεχίζω με τόλμη. Γιατί αυτή η μνήμη δεν πρέπει να σβήσει. Γιατί μονάχα αν ειπωθεί, μπορεί να λυτρωθεί. 

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια. Οι πρόσφυγες ρίζωσαν. Τα σπίτια χτίστηκαν, οι αυλές πρασίνισαν, τα παιδιά μεγάλωσαν με τη γεύση του φρέσκου ψωμιού  και τον ήχο της λύρας. Έφεραν τα ήθη, τα έθιμα, τις προσευχές και τα τραγούδια τους. Κι όπως ένωσαν τις δυνάμεις τους στον ξεριζωμό, έτσι έμαθαν να στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο , στις αρρώστιες, στους γάμους, στους θερισμούς και στους αποχωρισμούς. 

Μα η ιστορία δεν αναπαύεται. Όπως η γη κρατά τη φωτιά στα σπλάχνα της, έτσι και οι τόποι. Μια νέα φωτιά ήρθε και δεν ήταν πια ξένη. Δεν φορούσε τουρκικά φέσια, δεν ερχόταν απ’ τα παράλια της Ανατολής. Ήταν ανάμεσά μας. Και χώρισε τα σπίτια που είχαν ενωθεί, τις καρδιές που είχαν σταθεί πλάι πλάι στο πένθος του ξεριζωμού. 

Ήταν ο Εμφύλιος. 

Και για αυτόν, χρόνια μετά, κανείς δεν μιλούσε. Ούτε φωναχτά, ούτε σιγανά. Μονάχα κομμένα βλέμματα, μισές λέξεις, χαμηλωμένα μάτια. Κι εγώ, γράφοντας όλα τούτα, έφτασα ως εκεί , κι έμεινα. Μα όχι για πάντα. Γιατί κάποτε, κάποιος πρέπει να μιλήσει. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή