Φλόγες στη Μνήμη ,το Μαυρονέρι των Πατρίδων . 

Φλόγες στη Μνήμη ,το Μαυρονέρι των Πατρίδων . 

Κάθονται οι παππούδες μας σιωπηλοί στις άκρες των σπιτιών, εκεί που πέφτει ο ίσκιος το απόγευμα  και φέρνουν πίσω τις μνήμες. Δεν μιλούν πολύ, μα όταν μιλούν, τα λόγια τους κουβαλούν τη γεύση της στάχτης, του ξεριζωμού, της απώλειας. Καθένας και μια ιστορία που δεν γράφτηκε σε βιβλία, παρά μόνο στη σιωπή, στα μάτια, στα ρυτιδιασμένα χέρια.  Θυμούνταν. Γιατί η μνήμη ήταν το μόνο που δεν μπόρεσε να πάρει ο ξεριζωμός .  

Καθένας από αυτούς όπως ο Ξενίδης ο Σάββας , ο Νικόλαος ο Θεοδωρίδης , ο Ξενίδης ο Σπύρος , ο Παπαδόπουλος ο Ισάκ , ο Παπαδόπουλος ο Βασίλειος ,ο Ανδρέας ο Ανδρεανίδης, η Κυριακή η Θεοδωρίδου , ο Νικόλαος ο  Κεκελέκης , ο Αυγήτας ο Κεσίδης , η Σοφία η  Ανδρεανίδου  η Συρματένια η  Τεκτονίδου, ο Θεόδωρος ο Τεκτονίδης, η Δέσποινα η  Χρυσοστομίδου, ο Αναστασιάδης ο Ιωάννης , η Παρθένα η Αμπαρτσίδου, ο Αναστασιάδης Νικόλαος , ο Αθηνόδωρος ο Πεταλωτής , η Μαρία η Σιδερίδου ,ο Παύλος ο Σιδερίδης , η Παρθένα η Φελεκίδου ,   η Ανατολή η Αθανασιάδου , ο Γαβριηλίδης ο Χρήστος , η Παρθένα η  Ιγνατιάδου,ο  Ιωσήφ ο Καλτσίδης, ο Δημήτριος ο Κεσίδης ,  και άλλοι ,  κουβαλούσε μια ιστορία . Και όλοι μαζί μια μνήμη κοινή . Μια μνήμη με γεύση πικρή . Της στάχτης ,της απώλειας ,της βιαστικής φυγής .  

Εκείνες τις ώρες του ξεριζωμού, μοιράστηκαν το τελευταίο κομμάτι ψωμί . Βιαστικά, ανάμεσα σε καπνούς και ουρλιαχτά, την ώρα που η γη τους χανόταν πίσω από τον καπνό των σπιτιών που τους γέννησαν. Μα μέσα σε αυτή την πίκρα, γεννήθηκε η δύναμη. Ξεφύτρωσε σαν στάχυ μέσα από την καμένη γη ,μια γεύση ελπίδας για την αυγή που ερχόταν. Για τη νέα γη που θα γινόταν πατρίδα, για τις ρίζες που θα ξανάβρισκαν χώμα να τρυπήσουν.  Στο Καρά – Μπουνάρ,στο  Μαυρονέρι .  

Πίσω στα ερείπια των χαμένων πατρίδων, εκεί όπου δεν ξαναγύρισαν, μένει το όνειρο της επιστροφής. Όχι με τα πόδια , αλλά με τη μνήμη. Ανασαίνει ακόμα το όνειρο της επιστροφής.  Με τη δύναμη της ανάμνησης που μεταγγίστηκε από στόμα σε στόμα, από καρδιά σε καρδιά. 

Μπορεί η γη τους  να άλλαξε χέρια, μπορεί τα σπίτια να έμειναν άδεια και σιωπηλά, μα το φως που άναψαν εκεί οι πρόγονοί μας δεν έσβησε. Ήταν φως πίστης και αγάπης, φως μνήμης που πέρασε στις επόμενες γενιές σαν παρακαταθήκη. Ήταν η φλόγα που ζεσταίνει ακόμα τα σπίτια των απογόνων, εκεί που ακούγεται η θύμηση σαν ψίθυρος ανέμου. 

Αυτός ο άνεμος δεν φέρνει μόνο αέρα. Φέρνει φωνές. Φωνές που μιλούν για το Χάσκιοϊ , το Ερτζιγκιάν , το Ολέγκ , το Τσαμούρ , το Σουμπατάν , το Χαλίφογλου , το Κιουλαμπέρτ, την Τσάλκα ,  τον Αϊ Γιάννη , την Τυρολόη .  Προσκαλεί να θυμόμαστε. Να μη ξεχνάμε. Μας υπενθυμίζει ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, και γιατί η μνήμη είναι η πιο σπουδαία κληρονομιά μας. 

Στο Μαυρονέρι, κάθε προσφυγικό σπίτι κρατά αναμμένη μια μικρή φλόγα. Φλόγα που δεν σβήνει, γιατί την προστατεύει η καρδιά. Εκεί, στις αυλές και στα παραθύρια, μέσα σε παλιές φωτογραφίες και μυρωδιές γιασεμιού, ζουν ακόμα τα πρόσωπα που έφυγαν. Δεν ξεχάστηκαν. Ζουν μέσα από τα λόγια των γερόντων, μέσα από τη σιωπή των νεότερων που ακούν. 

Κάθε εικόνα, κάθε άρωμα, κάθε τραγούδι της γιαγιάς, είναι ένα κομμάτι του παρελθόντος που αρνείται να σβήσει. Οι Πατρίδες τους δεν είναι μόνο τόποι γεωγραφικοί . Είναι ιστορία .  Είναι καρδιές που χτυπούν ακόμα. Είναι η ψυχή που επιμένει να θυμάται. 

Κι αν η προσφυγιά έγραψε με πόνο την πρώτη της σελίδα, στο Μαυρονέρι γράφεται η συνέχεια με αξιοπρέπεια. Οι άνθρωποί του, απόγονοι εκείνων που ήρθαν με τη στάχτη στα ρούχα και τη δύναμη στα μάτια, κρατούν τη μνήμη ζωντανή. Και όσο θα υπάρχουν φλόγες στις καρδιές, όσο ο άνεμος θα φέρνει ψιθύρους, η πατρίδα δεν θα είναι χαμένη. Θα είναι πάντα εκεί , ανάμεσα σε λόγια, σε προσευχές και σε φωνές που αρνούνται να ξεχάσουν. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή