Φτώχεια και Μεγαλείο  

Φτώχεια και Μεγαλείο  

* Η Άννα  και το Φόρεμα της Δασκάλας 

Η μικρή Άννα  στεκόταν σιωπηλή δίπλα στο παραθύρι του σχολείου και χάζευε το κίτρινο φόρεμα της δασκάλας που κυμάτιζε στον αέρα. “Θα ‘θελα κι εγώ ένα τέτοιο”, είπε κάποια στιγμή στη μάνα της, κι εκείνη χαμογέλασε πικρά. 

– Με τη φανέλα της γιαγιάς που ξηλώθηκε, κάτι θα φτιάξουμε, παιδάκι μου. Όχι ίδιο, μα καθαρό. 

Το βράδυ, η μάνα έβγαλε τη ραπτομηχανή και έραψε αθόρυβα. Με κάθε βελονιά, έβαζε αγάπη, κι όταν το φόρεμα τελείωσε, η Άννα  το κοίταξε και της είπε: “Τώρα μπορώ να πάω σχολείο σαν τις άλλες”. Δεν ήταν το φόρεμα, ήταν η φροντίδα που την έκανε να νιώθει πλούσια. 

* Ο Πατέρας και τα Μαλλιά των Προβάτων 

Ήταν Μάης, κι ο πατέρας, ο μπάρμπα-Κώστας, ξύπνησε πριν φέξει για να κουρέψει τα πρόβατα. Έπρεπε να μαζευτούν τα μαλλιά, να πλυθούν, να στεγνώσουν, να πουληθούν στην πόλη. Ήταν το “μεροκάματο του Θεού”, όπως έλεγε. 

Καθώς έκοβε το μαλλί, μιλούσε στα ζώα. 

– Υπομονή, όπως κάνουμε όλοι. Και του χρόνου, αν είναι η τύχη καλή, να μας ξαναζεστάνετε με το δώρο σας. 

Τα σακιά γέμισαν, τα κάρα φορτώθηκαν  και βγήκε για το δρόμο του Κιλκίς. Όταν επέστρεψε, έδωσε τα πρώτα λεφτά στη γυναίκα του. 

– Να ξεχρεώσουμε το τεφτέρι. Κι αν περισσέψει τίποτα, πάρε και λίγο ύφασμα για την Αννούλα μας . 

* Ο Νικόλας και το Καρβέλι της Γειτόνισσας 

Μια μέρα, η μάνα έφτιαξε παραπάνω ψωμί. Το άφησε πάνω στο ξύλινο τραπέζι της αυλής. 

– Νικόλα , πάρε αυτό το καρβέλι και πήγαινέ το στη χήρα τη Βασιλική. Δεν έχει φούρνο σήμερα. 

– Μα δεν έχουμε κι εμείς πολλά, είπε εκείνος. 

– Όταν δίνεις, έχεις, απάντησε η μάνα. 

Ο Νικόλας πήγε, άφησε το καρβέλι κι έφυγε ντροπαλά. Δεν ήξερε ότι η Βασιλική έκλαιγε μετά με το ψωμί στην αγκαλιά της. Ούτε ότι μετά από χρόνια, όταν εκείνος θα πεινούσε στην Κατοχή, η ίδια γυναίκα θα του έδινε το τελευταίο αυγό που είχε στο καλάθι της. 

* Η Εγγονή και το Τεφτέρι του Μπακάλη 

Η Κυριακή  γύρισε στο χωριό μετά από χρόνια. Το σπίτι της γιαγιάς είχε γείρει λίγο από τη μια μεριά, μα στεκόταν ακόμα. Οι γείτονες είχαν λιγοστέψει. Η αυλή όμως μύριζε ακόμα  πεύκο  και καμένο ξύλο. 

Στην αποθήκη, μέσα σε μια κασέλα, βρήκε το παλιό τεφτέρι του μπακάλη. Εκείνο με τα καλλιγραφικά γράμματα, το κιτρινισμένο από το χρόνο. Ήταν μια σιωπηλή μαρτυρία της φτώχειας, της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης. Το ξεφύλλισε αργά. «Χρέη οικογένειας Παπαδόπουλου : 3 οκάδες λάδι. 1 σαπούνι. 1 κονσέρβα σαρδέλες. Βερεσέ. Θα τα φέρουν με τα μαλλιά.» 

Το κρατούσε σαν ιερό λείψανο. Η γιαγιά της της είχε πει κάποτε: 

– Να θυμάσαι, παιδάκι μου, δεν ήταν χρέη αυτά. Ήταν τιμές. Ήταν εμπιστοσύνη. Ήταν η ελπίδα πως θα έρθει η μέρα που θα μπορούμε να πούμε “σου τα χρωστούσα. Πάρε τα” .Το τεφτέρι δεν ήταν λογαριασμός, ήταν ιστορία. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή