Χρόνια Κατοχής στο  Μαυρονέρι  

Χρόνια Κατοχής στο   Μαυρονέρι  

Τα χρόνια της Κατοχής έμοιαζαν με μια ατέλειωτη νύχτα, παγωμένη και πεινασμένη. Οι δρόμοι έρημοι, τα βλέμματα χαμένα και το ψωμί ,όταν υπήρχε ,ήταν μαύρο, σκληρό σαν την ψυχή της εποχής. Στο Μαυρονέρι, τα χρόνια της Κατοχής έμειναν χαραγμένα βαθιά στη μνήμη του τόπου. Η πείνα θέρισε το χωριό, κι όμως οι άνθρωποι βρήκαν τρόπους να σταθούν όρθιοι, πλάι πλάι με τη γη και τα ζωντανά τους. 

Τα σπίτια ήταν χαμηλά, με τις σκεπές τους γεμάτες καπνιά από το λιγοστό ξύλο που καιγόταν στο τζάκι. Οι γυναίκες ξυπνούσαν πριν φέξει. Έβγαιναν με το γκιούμι στα χέρια, πήγαιναν στο μαντρί ή στα καλύβια, όπου φύλαγαν τις κατσίκες και τις αγελάδες. Το πρωί άκουγες τα κουδούνια να βαρούν στο σκοτάδι, ένα ήσυχο τραγούδι που έδινε κουράγιο. Οι παππούδες λέγανε πως το βέλασμα της κατσίκας ήταν ευχή .  «Θεός να φυλάει το σπίτι». 

Μέσα σ’ αυτή τη σιωπή, σε κάποια σπιτικά, υπήρχε μια αχτίδα ελπίδας. Στους στάβλους ακούγονταν ακόμα τα βελάσματα και οι ανασασμοί των ζώων. Οι παππούδες μας, με τα χέρια τους κουρασμένα από το σκάψιμο και την έγνοια, τάιζαν τις κατσίκες και τις αγελάδες τους .  

Το πρωί, οι μανάδες έβγαζαν το γάλα, ακόμα ζεστό, σαν ευλογία. Το μοίραζαν στα παιδιά, το ανακάτευαν με λίγο αλεύρι, έκαναν κρέμα, έφτιαχναν μικρά θαύματα που γέμιζαν το σπίτι με μυρωδιές παρηγοριάς. Ήταν το γάλα που έθρεφε όχι μόνο τα σώματα, μα και την ψυχή. Γιατί ήξεραν πως, όσο υπήρχε αυτό το λευκό ποτήρι, υπήρχε και μια σπίθα ελπίδας, μια υπόσχεση ότι η ζωή θα συνεχιστεί. Το γάλα ήταν ζωή. Το έβραζαν στη φωτιά, το σούρωναν σε πανιά που μύριζαν καθαριότητα και μοσχοσάπουνο. Άλλο το έκαναν κρέμα με λίγο αλεύρι, άλλο το έπιναν σκέτο, για να δυναμώσουν τα παιδιά. Στη φτώχεια και στη γύμνια, το γάλα ήταν σαν το χρυσάφι. 

Στο χωριό μαζεύονταν γύρω από τη φωτιά τα βράδια. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν ιστορίες,  για τα παλιά, για τους προγόνους που ήρθαν από τις μακρινές πατρίδες , για τους αγώνες και τα βάσανα. Η γιαγιά φορούσε το μαντήλι της σφιχτά και έριχνε ένα βλέμμα στον ουρανό .  «Να περάσει κι αυτό, σαν το κακό σύννεφο», έλεγε. 

Οι άντρες έβγαιναν στα χωράφια ,  ψάχνοντας ρίζες, χόρτα, ό,τι μπορούσε να γεμίσει την κατσαρόλα. Το στάρι ήταν λίγο, μα το μοίραζαν δίκαια. Έκαναν ψωμί με καλαμποκάλευρο, έσμιγαν τα χόρτα με το αλεύρι. Τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία το κομμάτι τους, λες και ήταν γιορτή. 

Τα βράδια, οι δρόμοι του Μαυρονερίου έμεναν σιωπηλοί. Μόνο το τρίξιμο της πόρτας ακουγόταν κι από μέσα, οι ψαλμοί που σιγοψιθύριζαν οι γυναίκες. «Φύλαγε, Παναγιά, τα παιδιά μας», έλεγαν, κι έπειτα σταύρωναν το ψωμί πριν το κόψουν.  

Οι άνθρωποι εκείνοι έμαθαν να εκτιμούν το κάθε τι. Έμαθαν να ψιθυρίζουν ευχαριστώ ακόμα και για ένα κύπελλο γάλα. Και ίσως ήταν αυτό που τους κράτησε , μια γερή αγκαλιά ζώων και ανθρώπων, μια μικρή φωλιά ζεστασιάς σε έναν κόσμο παγωμένο. 

Σήμερα, καθώς κοιτάμε πίσω, ακούμε  το σιγανό αναστεναγμό της μάνας που ανακατεύει το γάλα, την καρδιά που χτυπά δυνατά από φόβο κι από πίστη. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά ήταν και χρόνια που μας έμαθαν τι σημαίνει ζωή. Και τι σημαίνει η αξία του πιο απλού. 

Κι έτσι πέρασαν τα δύσκολα χρόνια, με τον ήχο από τα κουδούνια των ζώων, το άρωμα του φρέσκου γάλακτος και την πίστη πως η ζωή θα συνεχιστεί. Σήμερα, όσοι μεγάλωσαν τότε, θυμούνται με συγκίνηση εκείνα τα πρωινά . 

Το πρώτο φως που έπεφτε στα χωράφι και τη μυρωδιά του καμένου ξύλου στο τζάκι. Θυμούνται πως η ζωή δεν είναι ποτέ μόνο πείνα  είναι και ευχαριστία. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή