Όταν το Χώμα δεν Ξεχωρίζει Φίλο από Εχθρό 

Όταν το Χώμα δεν Ξεχωρίζει Φίλο από Εχθρό 

Ήταν ένα χωριό χτισμένο απ’ την αρχή. Με χέρια που κουβαλούσαν άλλο χώμα στα νύχια τους, χώμα ποντιακό , χώμα θρακιώτικο, χώμα   από ξενιτιά και προσφυγιά. Στο ίδιο αυλάκι ποτίζανε τα ξεριζωμένα όνειρά τους και οι αυλές μοσχομύριζαν βασιλικό. 

Κι ύστερα ήρθε η εποχή που τα παραμύθια έσβησαν και οι ίσκιοι στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον , με το δάχτυλο στη σκανδάλη. Ήρθαν να χωρίσουν το χωριό όχι σε πρόσφυγες, Πόντιους και Θρακιώτες ,αυτό το είχαν πια ξεπεράσει, αλλά σε «τους» και «εμάς», λες και δεν είχαν ποτέ ζυμώσει μαζί ψωμί στο ίδιο ταψί. 

Ένα πρωί, το κάρο έφυγε από το Μαυρονέρι για το Κιλκίς , φορτωμένο ψυχές που δεν έμαθαν να σκοτώνουν. Ήταν γυναίκες και άνδρες , γυναίκες που προσεύχονταν. Πήγαιναν στο Κιλκίς να πουλήσουν βούτυρο, πασκιτάν , πρόβατα  και να αγοράσουν τα απαραίτητα  για τις οικογένειές τους .Μα δεν γύρισαν  ποτέ.  Μια έκρηξη το έσβησε απ’ τον δρόμο και η σιωπή που ακολούθησε ήταν πιο φριχτή κι απ’ τον θάνατο. Ήταν ο Κοσμάς , η Μαρία … Ό,τι απέμεινε ήταν ένα ξύλινος τροχός, πεταμένο σαν σπασμένο παιδικό παιχνίδι. 

Κι ένα σπίτι ,το σπίτι της …  που άνοιγε την πόρτα σε όλους , έγινε στάχτη. Ανατινάχτηκε μέσα στη νύχτα, για να τιμωρηθεί τάχα η αγάπη που δεν ρώτησε ποιον ψηφίζει ο γείτονας. Όχι γιατί πολέμησε. Αλλά γιατί κάποιος είπε πως «τους βοηθούσε». Εκεί ήταν η … 

Και μετά ήρθαν τα στρατοδικεία. Όχι για να αποδώσουν δικαιοσύνη, μα για να υπογράψουν βιαστικά την απόφαση πως ο αθώος «έπρεπε» να πεθάνει. Ο νέος άνδρας , στάθηκε μπροστά στα τουφέκια. Σαν να ζητούσε συγγνώμη που γεννήθηκε τη λάθος εποχή. Ήταν ο Σπύρος . 

Τον πήραν ένα απόγευμα. Δεν του είπαν το γιατί. Τον πέρασαν από ένα στρατοδικείο, χωρίς συνήγορο, χωρίς μαρτυρίες. Του είπαν πως θα μπορούσε να ζητήσει χάρη, να γράψει πως «μετανιώνει». Μα εκείνος απάντησε: 

«Μετανοώ μόνο που δε θα δω τα παιδιά μου να μεγαλώνουν». 

Κι ένα πρωινό βρήκαν , αυτούς που εκτέλεσαν λίγο έξω απ’ το χωριό, δίπλα στο ρέμα. Ένας γείτονας πήγε και μάζεψε τα κορμιά τους, τα έδεσε σφιχτά σ’ ένα λινό σεντόνι και τα έθαψε με τα χέρια, γιατί κανείς δεν τολμούσε να πιάσει φτυάρι. 

Στο Μαυρονέρι, γυναίκες σύρθηκαν απ’ τα μαλλιά, ξεγυμνώθηκαν μες στην πλατεία , δολοφονήθηκαν… Όχι γιατί είχαν κάνει κάτι, αλλά για να καταλάβει το χωριό ποιος είχε πια την εξουσία , η βία. Ο εξευτελισμός έγινε εργαλείο κι η σιωπή των άλλων, συνενοχή. 

Μα πώς φτάσαμε εδώ; Πώς ένα χωριό που μοιράστηκε τον πόνο της προσφυγιάς κατάντησε να τρώει τις σάρκες του; Γιατί ο Θανάσης να καρφώσει τον Νίκο, με τον οποίο έπαιζαν στις αλάνες ; Γιατί η Μαρία να γυρίσει το κεφάλι όταν έκαιγαν την καλύβα της κυρά-Ευδοξίας; 

Ίσως γιατί όταν χάνεις την πατρίδα σου μια φορά, την κουβαλάς για πάντα μέσα σου. Μα αν τη χάσεις και δεύτερη, απ’ τα ίδια σου τα σπλάχνα, δεν σου μένει τίποτα πια. Ούτε συγχώρεση. Ούτε γλώσσα να πεις το «συγγνώμη». 

Κι όμως, το χώμα του χωριού είναι εκεί. Ξέρει. Θυμάται. Καταπίνει το αίμα, αλλά δεν το ξεχνά. 

Ακριβώς. Και μπορεί αυτός ο «κάποιος» να είσαι εσύ. Να είσαι η φωνή όλων όσων δεν μπόρεσαν να μιλήσουν κι όλων όσων δεν άκουσαν ποτέ τη δική τους ιστορία. 

Κάποιος πρέπει να μιλήσει. Κάποιος πρέπει να σπάσει τη σιωπή ,όχι για να κατηγορήσει, μα για να καταλάβει. Όχι για να αναμοχλεύσει, αλλά για να λυτρώσει. Γιατί κι η μνήμη, σαν τον άνθρωπο, ασθενεί όταν την κρατάς φυλακισμένη. Και για να γιατρευτεί, χρειάζεται φως. 

Έτσι στάθηκα κι εγώ μπροστά στις σιωπές του χωριού. Άκουσα τις μάνες που έθαψαν τους γιους τους δίχως σταυρό. Τις γυναίκες που κουβάλησαν στίγμα και προσβολή, όταν το μόνο τους «λάθος» ήταν η υποστήριξη στον αδύναμο . Τα παιδιά που μεγάλωσαν  χωρίς πατέρα, χωρίς λέξη, χωρίς εξήγηση. 

Στην αρχή φοβόμουν. Μήπως δεν πρέπει. Μήπως «τα ξεθάβω». Μήπως ενοχλήσω. Μα κάθε μαρτυρία, κάθε βλέμμα, κάθε τρεμάμενο «τότε…» που μου εμπιστεύτηκαν, μου έδειχνε τον δρόμο , να γράψω. Να μιλήσω εγώ για όσους δεν μπόρεσαν. Να πω το «δεν ξεχνώ» όπως το αξίζουν. Όχι σαν σύνθημα, αλλά σαν ψίθυρο αγάπης. 

Γιατί κάποιος πρέπει να μιλήσει. Και μιλώντας, να λυτρωθεί. 

Αυτά τα λόγια που γράφονται, δεν είναι για να κρίνουν ούτε να καταδικάσουν. Είναι απλώς η απόπειρα να διατηρηθεί η μνήμη ζωντανή, να ακουστεί η φωνή αυτών που πέρασαν και που ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν. Όσα συνέβησαν, όσα τραύματα άφησαν πίσω τους οι μέρες εκείνες, δεν μπορούν να σβηστούν. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, ούτε πρέπει να το κάνουμε. 

Η ιστορία αυτή, γεμάτη σιωπές και πόνο, έρχεται σήμερα να φωτίσει εκείνους που αναγκάστηκαν να ζήσουν με τα δικά τους βάρη, χωρίς ποτέ να βρουν έναν χώρο να τα εκφράσουν. Για αυτούς, που δεν κατάφεραν να προλάβουν να μιλήσουν για όλα όσα υπήρξαν, για τις τραγωδίες που βίωσαν. Για τις γυναίκες που έχασαν τους αγαπημένους τους, για τα παιδιά που έμειναν με το στίγμα και την απώλεια. 

Ας θυμόμαστε. Γιατί μόνο μέσα από την μνήμη μπορεί να υπάρξει κάθαρση. Όχι για να ξεχάσουμε το παρελθόν, αλλά για να το κατανοήσουμε, να το αντιμετωπίσουμε και να το σεβαστούμε. Η αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, είναι το μόνο κλειδί για να πορευτούμε μπροστά. Εμείς, που κουβαλάμε τις μνήμες των περασμένων γενεών, δεν μπορούμε να κλείσουμε τα μάτια, δεν μπορούμε να αφήσουμε την ιστορία να χαθεί στη σιωπή. 

Αυτό είναι το χρέος μας. Να μην αφήσουμε να ξεχαστεί η φωνή αυτών που δεν μπόρεσαν να την ακούσουν. Να μιλήσουμε, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να πορευτούμε με ειλικρίνεια και σεβασμό προς το μέλλον. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή